Και προχωρώντας στο δάσος παρέα με μια κουμούλα κοπριά, κάνουμε μια στάση για να της βρούμε λίγο χώμα να την ανακατέψουμε, για να περνάει και να περνάμε καλύτερα. Όταν επιστρέφουμε όμως με το χώμα, αντιλαμβανόμαστε πως έχει χαθεί… Δυστυχώς, όσο παραπαίουμε που την χάσαμε μέσα απ τα χέρια μας, αδυνατούμε να προσέξουμε πως ήταν κοπριά και τίποτα παραπάνω. Αν την ξαναβρούμε και την ξαναπάρουμε στα χέρια μας θα το καταλάβουμε και θα ξενερώσουμε εκτός κι αν αποδειχτεί πως έχει μέσα καμιά λίρα. Αλλά θαύματα σπάνια γίνονται και συνήθως σε αντίθεση με τον χρυσό και τη λάμψη του, ότι βρωμάει σαν κοπριά,… είναι. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει απ’ αυτό το αέναο βρομερό ταξίδι (πέρα από την ελπίδα της λύρας) είναι ένα καινούριο ερέθισμα. Αν εκεί που ψάχνουμε την εν λόγω κουμούλα δούμε δίπλα μας κάτι που να μας αρέσει και να μας ταιριάζει αρκετά για να μας κάνει να γυρίσουμε το βλέμμα και να το προσέξουμε, τότε αυτόματα θα μπούμε σε μια διαδικασία σύγκρισης. «Τι θα ήταν καλύτερα να κρατάω στα χέρια μου, αυτό ή την κοπριά;». Με την απάντηση λοιπόν να είναι προφανής και αφού αναρωτηθείς ακόμη και γιατί την έψαχνες, αρπάζεις αυτό το κάτι σου και συνεχίζεις το δρόμο σου σε πιο εύοσμα μονοπάτια. Τώρα αν τελικά η κοπριά είχε λύρα, θα μείνει εκεί και θα σαπίσει χωρίς να το μάθεις ή να το πιστέψεις ποτέ. Στην τελική εσύ την έψαξες, ας την έδειχνε όταν μπορούσε…Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Dewaterizing efforts..." »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
