Έκθεση ΚαλλιτεχνώνΑνοιχτή πρόσκληση συμμετοχήςΘΕΜΑ : "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ"
Έργα που στάλθηκαν για την συμμετοχή
ΠΟΙΗΜΑΤΑ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ"
Κάπως έτσι και στο δικό μας το διάβα(Το είναι, το είμαι και το φαίνεσθαι)_______________Από κείνα τα πανάρχαια χρόνιατον ουρανό καθρεφτίζειτο παμπάλαιο εκείνο το ΄΄είναι’’που την απέραντη αλμύρα ομορφαίνει.Κι εκεί όπου μακραίνουν τα βάθιατο βαθύ του πελάγους γαλάζιοπερίεργα θαρρώ ζωγραφούνε΄΄άλλω τρόπω΄΄ του ανθρώπου το ΄΄είναι’’ .Κι ο γραίγος συλλαβίζονταςτ΄ ορθρινό σήμαντρο στο βυζαντινό μοναστήριηχολόγημα μιας άλλης ελπίδαςπεισματικά ετούτο με σπρώχνεινα συλλογιέμαι τόσο περίεργαπως ολομόναχος στον κόσμο δεν ΄΄είμαι’’.Τα εαρινά ζουμπούλια στις όχθεςτο παιχνίδισμα των λιαχτίδων στο ρυάκιτα τσιχλόνια που ξαποσταίνουν στα θάμναο λεβάντες που μακρηγορεί ακόμη για τ΄ άρμενανα συλλογιέμαι περίσσια με κάνουνπως μονάχος στον κόσμο δεν ΄΄είμαι’’.Κάθε π΄ ανταμώνουμε στο πέρασμα κείνοσκιές απατηλές τους ρεμβασμούς μου πληθαίνουνκαι το δισταγμό μου τόσο μακραίνουν.Μακρυάθε ύφαλοι, σκόπελοι, βράχιαμεσοπέλαγα βρίκια φαντάζουνκαι το ΄΄φαίνεσθαι’’ τούτοσαν και τ΄ άλλο της ζωής μου το διάβα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ«Κάπως έτσι και στο δικό μας το διάβα»ΠΟΙΗΜΑ, ΚΥΠΡΟΣ, 2011
-----«ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ»
Στο πιο βόρειο, στο πιο μακρινό σημείο του χάρτη, η πιο όμορφη αρχόντισσα του κόσμου σειρές- σειρές σιρίτια φώτιζε τα φλουριά της, στον αστραφτερό καθρέπτη της λίμνης της. Εννιά ρέματα, εννιά υπολίμνιες και βουνίσιες πηγές, χιόνια, βροχές και μπόρες… Φίλοι πιστοί, μοναδικοί, γιατί ο καθένας ήταν ξεχωριστός, ο καθένας απαραίτητος στην αρχοντιά της. Έσπευδαν όλοι να ομορφαίνουν τους διάφανους πόρους της, από την δαντελένια πουκαμίσα του λαιμού της μέχρι τους χρυσοκέντητους αητούς της ψυχής της.Κι αυτή για ανταπόδοση, τους προϋπαντούσε όλους, τους φιλοξενούσε στην καθαρή ποδιά των ακύμαντων νερών της, απέραντη σαν αγκαλιά μάνας, ζεστή-ζεστή σαν φωλιά μικρών πουλιών, να τα κανακέψει στη μεταξένια φορεσιά της, να τ’ ασφαλίσει με την ασημένια πόρπη της ! Εκεί μια μικρή πολιτεία λούζεται, εκεί μια μικρή πολιτεία λιάζεται, εκεί μια μικρή πολιτεία γυαλίζεται… Τα στολίδια της περγαμηνές βυζαντινές, βαρύτιμα κοσμήματα, είτε τα λέν’ αρχοντικά και κρύβουν ιστορία, είτε κάστρα και κρύβουν φρούρια, είτε κορφοβούνια και κρύβουν σύνορα, είτε πουλιά και κρύβουν ταξίδια…Στολίδια που ορίστηκαν να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Στολίδια απ’ το πέλαγος της ψυχής της, γιατί είχε ψυχή πέλαγος. Τον υδρόβιο καθρέπτη της ζωής της, που έσφυζε από ζωή, γιατί είχε καρδιά…. Έτσι ζωηρά, χτυπούσε η καρδιά της λίμνης, χίλιες φορές περισσότερο, με τα χίλια δυο ψάρια που είχε στα σπλάχνα της, με τα χίλια δυο πουλιά που φτερούγιζαν στα μήκη της, τα πλάτη της. Κι αυτή ανταπέδιδε την απλάδα της, που γυάλιζε σιρίτια- σιρίτια τα φλουριά της, κι άλλα, και περισσότερα. Όμως πιο πολύ απ’ όλους κι απ’ όλα λαμπίριζε ακόμα κι από μακριά, μια μικρή, λευκή κουκίδα. Φωτεινή σαν αναμμένο λαμπογυάλι, κάτασπρη σαν μυρωμένο γιασεμί, μοναδική σαν πανάκριβο μαργαριτάρι!«Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι,για πλένε το, για λούζε το…»που λένε και τα κάλαντα… Ένας απαλός, λιμνήσιος Αρχοντόκυκνος, φορεμένος τα πλουμιστά πάλλευκα βαμβακοκέντητα πουκάμισά του, τα φτερωτά πανωφόρια του, τα φανταχτερά ζωνάρια του λαιμού του! Διέσχιζε τα νερά της λίμνης, τα χάραζε. Απλωνόταν στα υγρολίβαδα! Κυριαρχούσε. Άφηνε γραμμές, αποτυπώματα, μέχρι να χαθούν, για να ξαναγίνουν. Ξεδίπλωνε τα φτερωτά πανωφόρια του, φούσκωνε τα βαμβακοκέντητα πουκάμισά του, τα έφτανε ως τις άκρες τ’ ουρανού. Κατείχε ουρανό και νερό. Νερό και ουρανό. Σίγουρα δεν πατούσε γερά τα πόδια του, ή όπως λέμε στη γη, αφού ήταν ο ιπτάμενος κυρίαρχος των ουρανών, ο πλωτός κυρίαρχος των υδάτων. Ο Άρχοντας της Λίμνης. Άλλωστε ποιος μπορούσε να αγκαλιάσει τη λίμνη όπως αυτός; Ο κακάσχημος βουβόκυκνος με τα πορτοκαλί ράμφος του ή ο ήσυχος νανόκυκνος και οι μικρές αγριόπαπιες; Ο κορμοράνος κι ο αργυροπελεκάνος; Με τίποτα! Ο πελαργός; Δεν μπορούσε βέβαια, ν’ απλωθεί μακριά απ’ τις ξύλινες κολώνες της ΔΕΗ! Τρύγγες, λευκοτσικνιάδες, χαλκόκοτες, νανοτσικνιάδες και σταχτοτσικνιάδες; Μπα, ούτε αυτοί… Ο μικρός κότσυφας κι η καρδερίνα; Η νερόκοτα κι η δεκαοχτούρα; Σίγουρα όχι.Έτσι λοιπόν, αφού θεωρητικά εξασφαλίστηκε απ’ τα πετούμενα, το ίδιο έπραξε και για τα πλεούμενα και τα βυθόψαρα. Ποιος είδε ποτέ τ’ ασημένια αργοκίνητα γριβάδια με τα νεαρά τσουκάνια; Ποιος είδε τα φτερά από τα πρικιά, τα μουστάκια των γουλιανών, τα κοπάδια απ’ τα τσιρόνια; Μόνο οι δύτες είδαν τις ολόχρυσες τις πεταλούδες, τις παρέες από τις πλακουδερές πλατίκες, τις άκομψες τούρνες, τα ζαφειρόχρωμα γλήνια... Κανείς δεν τα ξεχώριζε την μονάδα από την ομάδα, ο ίδιος μοναχά ξεχώριζε γιατί σίγουρα αποτελούσε μονάδα, αυτός, ο αρχοντόκυκνος που δεν μοίραζε τίποτα, δεν μοιραζόταν τίποτα…Γιατί ήτανε μοναδικός,ο αρχοντόκυκνος ο πάλλευκος,εντός του μελαγχολικός,στη μοναξιά του, ο πικρός…Η ανεπαίσθητη κυριαρχία της μοναξιάς τον οδηγούσε σε ένα αίσθημα επικυριαρχίας πάνω στους άλλους. Ήθελε να δώσει διαταγές, σαν άρχοντας βέβαια, υψώνοντας ανάλογα τη φωνή του:Κύκνοι και γλάροι να παλινοστήσετε,κορμοράνοι κι αργυροπελεκάνοι αλλού να ορίσετε,δεκαοχτούρες, πελαργοί, εδώ μη σταματάτε,σε άλλες λίμνες να πετάτε,άρχοντας μοναδικός εγώ θα μείνω,άρχοντας ιδανικός εδώ θα γίνω…όμως όσο πιο πολύ διέταζε, τόσο πιο πολύ έβλεπε να πληθαίνουν τα σιρίτια με τα φλουριά στον καθρέφτη της λίμνης. Τώρα καθρεπτιζόταν κι η μικρή Πόλη και τα βουνά και ο ήλιος, το φεγγάρι και τα καράβια… Τα καράβια;Δεν θέλω καράβια,που πιάνουν τα ψάρια,αφήνουν σημάδια,στη λίμνη τα βράδια.Ακούτε τι είμαι;Ο άρχοντας είμαι…
Αυτό σημαίνει ότι πια δεν αναγνώριζε καμιά αρχοντιά της φύσης, ούτε του ήλιου την ώρα έβαφε τα νερά με βυζαντινή πορφύρα, ούτε του φεγγαριού όταν γυάλιζε τα σμάλτα του με την γυαλιστερή πλατίνα, ούτε τις ψηφίδες των αστεριών μόλις άναβαν τη χρυσή τους υαλόμαζα…Ήταν η στιγμή που η φωνή της σκέψης του ξεπερνούσε την φωνή της λαλιάς του..
| Ήλιε μου, φύγε, προχώρανα πας σ’ άλλη γη, σ΄ άλλη χώρα Βυζαντινή να βάψεις πορφύραμακριά… την γαλάζια αλμύρα! |
|
Δεν θέλω αργυρό το φεγγάρι,από σμάλτα ή πλατίνα λυχνάρι,χρυσά δεν ποθώ να κοιτώ τα ουράνια αστέρια,ψηφίδες για φως στου βραδιού τα νυχτέρια! |
Κοπιάστε καράβια μη πιάνετε ψάρια,μα αφήστε σημάδια στη λίμνη τα βράδια,μαζί αν σταθούμεμ’ αγάπη θα ζούμε,κι εσύ ήλιε γύρναμη βάφεις πορφύραποτάμια και ξένη αλμύρα…Μη φεύγεις φεγγάριλαμπρό είσαι λυχνάρι,κρατήσου απ’ τ’ αστέριθα θέλει νυχτέρι,
|
για ζέστη μια αχτίδα,για φως μια ψηφίδα,των φίλων η παρέα,ανθίζει για όλους ωραία! |
Χίλιοι δυο φίλοι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι… Χίλιοι δυο φίλοι στους νόμους της φύσης, ισόνομοι…Χίλιοι δυο φίλοι, μια αγκαλιά φτερωτή…
…Βουβόκυκνοι, αγριόπαπιες, κορμοράνοι,κοτσύφια, καρδερίνες, χαλκόκοτες, αγριοπελεκάνοι,Πολίτες της λίμνης μαζί αν σταθούμε,με καρδερίνες και γριβάδια, ισότιμα ζούμε,σε φίλων καλών την ωραία παρέα, φτερά που μαθαίνουν αγάπη, φτερουγίζουν ωραία.Μεγάλη αγκαλιά, Πολιτεία η Φύση,η αγάπη της όμοια, σε όλους, ναι, γίνεται ίση,στα διάφανα πλάτη που η Αρχόντισσα η Λίμνη χαρίζει,απλώνει το βιός της, ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ, ορίζει…
Έτσι καθρεπτίζει κι εναρμονίζει στα σιρίτια απ’ τα φλουράκια της, χίλιες δυό μικρές, λευκές, χρωματιστές, ποικιλόχρωμες, πετούμενες ή πλεούμενες κουκίδες… Έτσι απλά, έτσι απαλά, έτσι χιλιοχρυσοκέντητα, σε μια εύθραυστη και λεπτή χρυσοκλωστή, η μία εξαρτάται από την άλλη, η μία συμπληρώνει και αλληλεπιδρά στη γιορτινή φορεσιά της άλλης…
Αγάπες πολλές, αγάπες φωτεινές, σαν χρωματιστή υαλόμαζα, σαν αναμμένα λαμπογυάλια… Αγάπες υπέροχες, αγάπες πάλλευκες, σαν μυρωμένα γιασεμιά, σαν ακριβά μαργαριτάρια… Αγάπες λαμπερές, εκεί που απλώνει ο ήλιος τα χρυσάφια του, να ξεκουραστεί… Αγάπες ασημένιες εκεί που ξεδιπλώνει το φεγγάρι τα σμάλτα του, να κοιμηθεί! Αγάπες φωτεινές! Αγάπες Πολλές…
ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΙΩΝΤΑ«ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ»ΠΑΡΑΜΥΘΙ, ΚΑΣΤΟΡΙΑ 2011
------
Στόλισμα αφθαρσίας
Σε λευκά σώματα τα κρίνα ψηλώνουνπερήφαναΦορτωμένα σιωπηλές κορυφές
Μα εσύ λαχταράςστις πέτρες της λίμνης που σημάδεψεςτου μοναχικού κύκνου την γαλήνη
Στο χέρι η μοίρα που αγάπησεςτα ονόματα πουχάραξεςκώδικας ονείρου ανεκπλήρωτη υπόθεση ένα χρέος
Το χρώμα σπαταλιέται στην φωλιά του αετούπου ακριβοζυγίζει τις φτερούγες τουκαι στα βρεγμένα πλατανόφυλλασφύζει η ζωή που δεν παλινδρομεί
Οι αιώνες ήρθαν ο ένας μετά τον άλλονπλούτισαν οι μνήμεςαπτόητοι συνεχίζουμε το ταξίδι ανεξίτηλο μελάνι το πάτημα στην γη το αγκάλιασμα
Η νύχτα καταπίνει τον ήχο και ο φωτισμένος δρόμος σαν ένα σημάδι είναι η υπόσχεση για νέα ζωή ρόδο που χαράχτηκε και χύθηκε στην γηστόλισμα αφθαρσίας
ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ«ΣΤΟΛΙΣΜΑ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ»ΠΟΙΗΜΑ, ΠΑΤΡΑ 2011
------- Σφραγισμένο πρόσφορο
Χωρισμένα δένδρα στοδιάδρομο της μονήςΗ λεμονιά από τον καρπό έχει λυγίσεικαι η καστανιά γυμνήπρόσωπα ιερά στην στέρνακαθρεπτίζουν την κρυμμένηΑγιοσύνηπέταλα ρόδων στο χρυσόκέντημα με το βαρύ Ευαγγέλιοκαι το κομποσχοίνιλεπτές γραμμές σκιέςόταν το σώμα γυρίζει στον Ήλιο,όταν η σωτηρία είναιοι πύρινοι του πόθου καρποί*
Εδώ τα σώματατους Αγγέλους υπηρετούνΑήττητους καιρούς στην πίστηστην καθαρότητα την ευπρέπεια αναζητούντην τράπεζα σφραγίζουν με μύροκρατώντας το πρόσφορονέους δρόμους αναζητούν για να φθάσουνστον Θεό*«Εστερεώθη η καρδιά μου εν Κυρίω»Ύμνοι ,Χερουβικοίμανουάλια ,ξύλινα σήμαντρακαι ο διαβαστής μετάτο απόδειπνο στην κέδρινη κλίνημε το λυχνάρι και τους πύρινουςΑγγέλους με τις λόγχες σε μιαΟλονυχτίασε μια αδιάκοπη προσευχή
ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ«ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ»ΠΟΙΗΜΑ, ΠΑΤΡΑ 2011
-------
Η ΜΙΚΡΗ ATAKTH ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια άτακτη ηλιαχτίδα που όταν έβγαινε στον καθαρό ουρανό έπαιζε με τα παιδιά της γης .Έτρεχε μαζί τους και κρυβόταν στα λαμπερά πρόσωπα τους στα ξανθά και μελαχρινά κεφαλάκια τους .Όταν τα παιδιά έπαιζαν στον ίσκιο η μικρή ηλιαχτίδα τους καλούσε να παίξουν μαζί της αφού κρυβόταν πίσω από τις πέτρες και τα σπίτια των ανθρώπων Μια ηλιόλουστη μέρα εκεί που έπαιζε με τον μικρό Κωστάκη παρασυρμένη από το παιχνίδι ξεχάστηκε και έμεινε στην γη .Φοβισμένη κρύφτηκε στο μικρό δωμάτιο του Κωστάκη κάτω από το κρεβάτι για να κοιμηθεί Μα όταν το σκοτάδι έπεσε έτσι φωτεινή όπως ήταν ξεχώριζε !!!!!!Παρακάλεσε τον μικρό Κωστάκη να την σκεπάσει με το σεντόνι του που είχε επάνω την σελήνη για να μην την βρει η νύχτα η μητριά της .Ο Κωστάκης την σκέπασε με το σεντόνι αλλά κάηκε η σελήνη και πάλι έμεινε φωτεινή .Τότε τον παρακάλεσε να την σκεπάσει με την κουβέρτα που είχε όλα τα αστέρια του ουρανού αλλά κάηκαν και αυτά Απαρηγόρητη η ηλιαχτίδα ,αποφάσισε να αποχαιρετήσει τον μικρό Kωστακη και να φύγει Ο μικρός Κωστάκης άνοιξε το παράθυρο και η μικρή άτακτη ηλιαχτίδα έφυγε ολομόναχη .Ο Κωστάκης την κοιτούσε και την χαιρετούσε ,τις έστελνε φιλιά με τα δάκρυα του Από τότε όλοι οι άνθρωποι που κοιτούν τον ουρανό βλέπουν την μικρή ηλιαχτίδα στην αγκαλιά της νύχτας να καίγεται μέχρι την αυγή Κάποτε –κάποτε ο ουρανός βρέχει …και όλοι λένε ότι είναι τα φιλιά και τα δάκρυα του μικρού Κωστάκη που θέλουν να κρύψουν την μικρή ηλιαχτίδα από την μητριά της Αν κοιτάξεις τον ορίζοντα θα δεις μια κόκκινη γραμμή μια ηλιαχτίδα που περιμένει την αυγή την μητέρα της και να αγκαλιάσει τον πατέρα της τον Ήλιο ,να φιλήσει τις αδελφές του και να ταξιδέψει μαζί τους σε όλη την γη .Ακόμα και τις παγωμένες μέρες που ο Ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα η μικρή ηλιαχτίδα είναι εκεί και περιμένει με την ελπίδα να σμίξει με όλη την οικογένεια της
ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ«Η ΜΙΚΡΗ ATAKTH ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ»ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ
------
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό ηλιογέννητο χωριό γεμάτο από χαμογελαστούς αγαπημένους και ευτυχισμένους ανθρώπουςΣε αυτό το μικρό χωριό ο Ήλιος δεν έφευγε ποτέ .Ακόμα και την ώρα που οι άνθρωποι πήγαιναν να κοιμηθούν το φως έλουζε τα σπίτια τους .Δεν γνώριζαν το σκοτάδι .Μια μέρα στο μικρό αυτό χωριό ήρθε ένας ξένος.Άρχισε να καλεί τους κατοίκους να έρθουν να δουν «το φεγγάρι»Όλοι οι κάτοικοι έτρεξαν …….και άρχισαν να περιεργάζονται το μικρό κουτί που κρατούσε στα χέρια τουΆρχισε να τους μιλά για το φεγγάρι και τους έλεγε για την νύχτα την μητέρα του φεγγαριού που βγαίνουν στον ουρανό μαζίΜα οι κάτοικοι δεν ήξεραν τι είναι νύχτα και τον κοιτούσαν με απορίαΞαφνικά ανοίγει το κουτί .Μέσα, ένα χάρτινο φεγγάρι ,ένα στρογγυλό χάρτινο κατασκεύασμα. Για πρώτη φόρα οι κάτοικοι του Χωριού το έβλεπαν και απορούσανΆρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους και να αναρωτιούνται …..Ο Ήλιος από ψηλά που τους κοιτούσε …..δάκρυσε …το δάκρυ του καυτό έπεσε στην γη και έκαψε το χάρτινο φεγγάρι στο μικρό κουτί .Οι κάτοικοι στενοχωρημένοι για την πράξη του Ήλιου άρχισαν να του φωνάζουν και να τον διώχνουν .Πέρασαν μέρες και ο Ήλιος έμενε κρυμμένος πίσω από μεγάλα μαύρα σύννεφα .Στο χωριό η μέρα έγινε νύχτα. Ένα μαύρο πέπλο είχε απλωθεί στο μικρό χωριόΟι ηλιόλουστες μέρες πέρασαν ……και ξαφνικά ένας χωρικός έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό και διέκρινε το «πρώτο φεγγάρι»….όμοιο με εκείνο που είχε ο ξένος στο κουτί μα πιο μεγάλο ……..πιο επιβλητικό με ένα ασημένιο φωςΣύντομα το είχε μάθει όλο το χωριό ..και όλοι έτρεχαν να το δουν .Το κοιτούσαν με θαυμασμό αλλά ήταν τόσο μακριά που δεν μπορούσαν να το πιάσουν. Πέρασαν μήνες και το σκοτάδι στο χωριό είχε γίνει αφόρητο .Οι καλοί κάτοικοι του χωριού άρχισαν να παρακαλούν τον Ήλιο να φανερωθείΤο φεγγάρι λυπημένο και αυτό μαζί με την μητέρα του την νύχτα , παρακαλούσε τον Ήλιο να φωτίσει το χωριό και συμφωνούσε μαζί του την ημέρα να μένει κρυμμένο , από τα μάτια των ανθρώπων. Ο Ήλιος που χαμογελούσε με τις καυτές αχτίνες του κάθε μέρα στους καλούς χωρικούς μια μέρα πείσθηκε .Με χάρη παρουσιάστηκε και όλοι οι κάτοικοι με το φως ευτυχισμένοι χαιρέτησαντο φεγγάρι που χαμογελούσε από μακριά και έδινε υπόσχεση να έρχεται μια φορά τον μήνα φορώντας την αστραφτερή ασημένια φορεσιά του, και εκείνοι την νύχτα να του λένε τα όνειρα τους ,να τα παίρνει μαζί και να ταξιδεύει μαζί τους για άλλες μεγάλες χώρες μακρινές και να τα λέει σε άλλους ανθρώπους και όταν επιστρέφει να τους λέει τα όνειρα των άλλων ανθρώπων Οι κάτοικοι αποχαιρέτησαν το ασημένιο φεγγάρι ……Ο ήλιος άπλωσε για άλλη μια φόρα τις αχτίνες του φωτίζοντας το μικρό χωριό και οι κάτοικοι συνέχισαν να είναι αγαπημένοι και ευτυχισμένοι στο μικρό ηλιογέννητο χωριό τους
ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ»ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ
-------
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Γράφωμε το μαχαίρι στο λαιμόΓράφωπρέπει να τελειώσω πριν πέσει η νύχτασκοτεινιάζειΓράφωμια λέξη, δύο λέξειςκαι πάλιμια λέξη, δύο λέξεις
σκοτεινιάζειΓράφωμε αίμα
μόνο, με αίμα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ"ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ"
ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ, 2011
----Το Εγώ, το Αυτό, το Εκείνο
Η αντίληψη της γήινης ύπαρξης οριοθετεί τα όρια του Εγώ, του όντος εντός του όντος,του αέναα μετενσαρκωμένου Εγώ,του συναποτελούμενου όντος ομού με το Αυτό,-το άλλο Εγώ-. Το Αυτό στέκειαπέναντί μου!Το πιο κοντινό μου της εναλλακτικής αντίληψης του κόσμου τούτου Εγώ και το ανέκφραστο Αυτό της απέναντι όχθης,που σιμά της ξεκινούν τα μονοπάτιαπου οδηγούν στο Εκείνο,στην ύπαρξη μέσα στην ύπαρξη,στη δημιουργία μέσα στη δημιουργία,στην αντίληψη μέσα στην αντίληψη,στην τριπλότητα του Εγώ, του Αυτό, του Εκείνοπου συνοπτικά αποκαλούνται: ΑΓΑΠΗ.
ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΦΙΣΚΥΛΗ«Το Εγώ, το Αυτό, το Εκείνο»ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ 2011---
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ
Μέσα στην καταιγίδα. Πρόφερα τ’ όνομά μου. Ακούστηκε. Σαν αχνός λυγμός. Σπαρταρούσαν. Τα φωνήματα. Μέσα σ’ αυτή τη λέξη. Τ’ όνομα. Αυτό που μου χάρισες. Εσύ. Για να υπάρξω. Στο δέρμα μου λαμπύρισαν χρυσά φτερά. Στ’ άκρα τους μόρια φωτός. Σχεδόν αγγίξαν. Τα όρια της ανυπαρξίας.
Τα ηλιοτρόπια ανθίζαν. Ένας ρυθμός που ξέσκιζε τ’ ατσάλι. Ένας καρπός πιο άκαρπος. Μια πειθώς στην άβυσσο. Ένα χάσμα. Κοντά στον ήλιο. Κοντά, στην πιο σκοτεινή πλευρά μου. Ένα θραύσμα αλήθειας.
Ο λόγος είν’ η αρχή και το τέλος. Σαν μνημόνιο. Φως. Αγγελικών διανοιών. Αίτιο και αιτιατό. Αντανακλάσεις της εσπέρας. Γαλαζορόδινη. Καθρεφτίζει. Το διαιρεμένο σώμα. Τον εξαντλημένο εγκέφαλο. Τον ανασυγκροτημένο. Μεσ’ στην αχανή ολότητά του.
Το κορμί. Κυλιέται αναίσχυντα. Σε μια παραφορά δακρύων. Σε μια λίμνη υλιστικών δρακόντων. Φλεγουσών επιθυμιών. Κρύπτη ορνέων. Μετουσιώσεις ονείρων. Αναγεννημένων. Από τις σκιές. Ένας κύκλος. Ένα παιχνίδι πλευρικών κατόπτρων. Ανεστραμμένων.
Ουλές του παρελθόντος. Ακριβοδίκαια κατανεμημένες στη ροή του αίματος. Υγρές, λείες κοιλότητες στο έδαφος της γνώσης. Νους, συσκοτισμένη ύπαρξη. Απέραντη μνήμη. Ξεπηδά σα φωτιά. Σαν ίχνη. Σαν ουλές που αφήνει στο διάβα του το σώμα. Χαρακιές. Σε υπέργειο καθρέφτη.
Ουράνιοι τροχοί. Ρινίσματα φωτός. Ψίθυροι. Μεσ’ στην αχανή άβυσσο. Χαώδης διαρπαγή σοφών ενστίκτων. Λυγμός. Σαν αχνός λυγμός. Ακούστηκε. Στην άβυσσο. Στο λιβάδι με τους ασφόδελους. Λευκές ουλές. Εναλλάσσονται. Με κυματοειδείς. Μαύρες γραμμές. Εκτυφλωτικές αντανακλάσεις. Χωρίς περιγράμματα. Χωρίς χρώματα. Το φως γδέρνει το σκοτάδι. Ένα φανάρι στην ομίχλη. Τολμώ να το προφέρω. Η λέξη. Αναβλύζει από μια πηγή. Φεγγαρόφωτο. Πλάι, το ποτάμι. Ακούστηκε. Σαν ουρλιαχτό.
ΑΡΤΕΜΙΣ ΒΑΖΙΡΓΙΑΝΤΖΙΚΗ
"ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"ΠΟΙΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ, 2011
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
